ευθέτως

επίρρ.
βλ. εύθετος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐθέτως — εὔθετος well arranged adverbial εὔθετος well arranged masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύθετος — η, ο (ΑΜ εὔθετος, ον) 1. σωστά τοποθετημένος, στη σωστή θέση 2. (για χρόνο) κατάλληλος, αυτός που παρέχει ευκαιρία για κάτι (α. «ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ» β. «εἰς εὔθετον καιρόν») μσν. αρχ. 1. κατάλληλος («πηγὰς ὑδάτων εἰς λουτρὰ εὐθέτους») 2.… …   Dictionary of Greek

  • благоложьно — (1*) нар. Удобно, подходяще: мысли мо˫а твоимь миръмь съхрани. и въздвигни мѩ бл҃голожьно. на твоѥ славословесиѥ. СбТр XII/XIII, 146; εὐϑέτως Срезн., I, 100 …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • επίθεση — Όρος που αναφέρεται τόσο στο διεθνές όσο και στο εθνικό, ιδιαίτερα το ποινικό δίκαιο, καθώς επίσης και στην πολιτική επιστήμη. ε. στο διεθνές δίκαιο. Ο όρος άρχισε να έχει μεγάλη σημασία από την εποχή της KTE (Κοινωνίας των Εθνών) με την… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.